Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

«ΕΝΑΣ ΤΟΊΧΟΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΚΑΡΦΙΑ»



«ΕΝΑΣ ΤΟΊΧΟΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΚΑΡΦΙΑ»

      Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα ζευγάρι, το οποίο έκανε πολλά χρόνια να αποκτήσει παιδάκι. Πέρασαν χίλια δυο βάσανα μέχρι να καταφέρουν να κρατήσουν στα χέρια τους το αγαπημένο τους αγοράκι, που του χάρισαν  το όνομα Φοίβος. Εκείνη τη στιγμή ορκίστηκαν και οι δυο, πως θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να μην του λείψει τίποτα. Χατίρι δεν του χαλούσαν ποτέ.
      Ώσπου ο Φοίβος μεγάλωσε και έγινε  ένα αγοράκι,  που δεν είχε καθόλου καλούς τρόπους. Θύμωνε συνεχώς με το παραμικρό, φώναζε, μιλούσε άσχημα στους γονείς του και δημιουργούσε διαρκώς προβλήματα στο σχολείο. Όπου και να πήγαινε ότι και να έκανε έβρισκε πάντα μια αφορμή για να θυμώσει και να κάνει φασαρία. Ο Φοίβος ήταν σκέτος μπελάς!!!
      Οι γονείς του, οι οποίοι ήταν πολύ καλοί άνθρωποι και προσπάθησαν να μην του  λείψει τίποτα, είχαν αρχίσει να αγχώνονται με όλο αυτό. «Τι θα απογίνει αυτό το παιδί;» σκεφτόντουσαν. Προσπάθησαν πολύ να τον συνετίσουν αλλά μάταια. Και οι δάσκαλοι στο σχολείο τα ίδια. Ο Φοίβος δεν έπαιρνε από λόγια. Δεν μπορούσε να κρατήσει ένα φίλο με τόσο θυμό που είχε. Όλοι τον απέφευγαν για να γλιτώσουν το μπέρδεμα, τις φωνές και το θυμό του.
      Μια μέρα λοιπόν, καθώς γυρνούσε από το σχολείο , είδε έξω από το σπίτι του παρκαρισμένο ένα τεράστιο γυαλιστερό μαύρο jeep. «Ποιανού είναι αυτή η αμαξάρα;» σκέφτηκε. Καθώς περπατούσε προς την πόρτα σκόνταψε σε ένα κλαδί που είχε πέσει πιο πριν από το δέντρο που είχαν στην αυλή τους.. Σε δευτερόλεπτα ο θυμός  τον είχε πνίξει! Σηκώθηκε και τρέχον τας φώναζε και έβριζε  τη μαμά του, που δεν το είχε δει το κλαδί να το μαζέψει και έπεσε. Τότε ανοίγει η πόρτα και ξαφνικά βλέπει μπροστά του την αγαπημένη του θεία Μάργκω, η οποία έλειπε χρόνια στο εξωτερικό.
     Ο Φοίβος τα έχασε! Μόνο αυτή δεν περίμενε να δει μπροστά του.  «Μααααρ» της φώναξε και έτρεξε στην αγκαλιά της. «Hey boy» του είπε εκείνη και άνοιξε τα χέρια της διάπλατα. Ο Φοίβος της είχε μεγάλη αδυναμία από παιδί. Την άκουγε σε ότι και αν του έλεγε, αφού η Θεία Μάργκω στην ουσία τον μεγάλωσε, πριν φύγει στο εξωτερικό. Οι δυο τους είχαν φοβερή χημεία μεταξύ τους, και η αποχώρηση της από την ζωή του, είχε στοιχίσει πολύ στον Φοίβο. Οι γονείς του μικρού ήταν τόσο χαρούμενοι που μετά από τόσο καιρό έβλεπαν το αγοράκι τους ήρεμο και χαρούμενο.
      Κάθισαν όλοι στο τραπέζι να φάνε και μετά η Μάργκω  πήρε τον ανιψιό της για μια βόλτα με το αμάξι, που τόσο του άρεσε, γύρω από την λίμνη. Άλλωστε είχαν τόσα να πούνε οι δυο τους. Εκείνη του έλεγε για το μέρος, όπου ζούσε, και πως ήταν η ζωή της εκεί. Του διηγούνταν ιστορίες από τα ταξίδια, που τόσο λάτρευε να κάνει και εκείνος την άκουγε μαγεμένος. Όταν ζήτησε από τον Φοίβο να της αφηγηθεί τη δική του ζωή, το πρόσωπο του άλλαξε. Σκοτείνιασε και είχε όψη καλοκαιρινού  χαλαζιού. Αμέσως άρχισε να της λέει πόσο τον νευρίαζαν όλοι γύρω του, πόσο ανόητοι και ενοχλητικοί ήταν και πως όλα τα πράγματα γύρω του βάλθηκαν να του σπάσουν τα νεύρα. Είχε νευριάσει τόσο, που είχε γίνει κατακόκκινος. Η Μάργκω δεν πίστευε στα αυτιά και τα μάτια της! Μα τι είχε απογίνει εκείνο το γλυκό αγοράκι, που είχε αφήσει πίσω της πριν φύγει για το εξωτερικό;
     Αμέσως της ήρθε μια ιδέα! Ένα παιχνίδι που θα μπορούσε να επαναφέρει την ηρεμία στον αγαπημένο της Φοίβο. Η βόλτα έφτασε στο τέλος της και θεία και ανιψιός γυρίσανε σπίτι. Ο Φοίβος της ζήτησε να τον ακολουθήσει στο καινούριο του δωμάτιο, όπου είχε βάψει και διακοσμήσει με τα ίδια του τα χεράκια. Εκεί η Μάργκω του είπε την ιδέα της και του ζήτησε σαν χάρη να το προσπαθήσει. Εκείνος με την τόση αδυναμία που της είχε, φυσικά και δέχθηκε, πριν καν ακούσει την πρόταση της!
    «Λοιπόν, Φοιβάκο μου, άκου τι θα κάνεις..» του είπε κοιτώντας τον με εκείνα τα καταπράσινα της μάτια, που θύμιζαν πυκνό δάσος, όπου μέσα τους μπορούσες να χαθείς. «Κάθε φορά που θα θυμώνεις και θα φέρεσαι άσχημα θα έρχεσαι εδώ και θα καρφώνεις ένα καρφί στον φρεσκοβαμμένο σου τοίχο» λέει και βγάζει από την τσέπη της ένα κουτάκι με καρφιά κ ένα μικρό σφυράκι. «Ένα καρφί για κάθε φορά που θυμώνω Μάργκω;» της είπε και έσκασε στα γέλια ο μικρός. «Ναι, σωστά κατάλαβες» του είπε εκείνη κ του έδωσε ένα φιλί.
     Την επόμενη μέρα, κιόλας, ο Φοίβος γύρισε από το σχολείο και κάρφωσε στον τοίχο δώδεκα καρφιά, μέχρι να πέσει για ύπνο τα καρφιά είχανε γίνει είκοσι.  Με αυτό τον ρυθμό, περνούσαν οι μέρες και γινότανε εβδομάδες. Τα καρφιά είχαν γίνει ήδη πολλά, ώστε να υπενθυμίζουν στον Φοίβο τις φορές που δεν φέρθηκε καλά. Άρχισε να σκέφτεται τα λάθη του και να προσπαθούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά του. Με μεγάλο κόπο, τα καρφιά κάθε μέρα ήταν και λιγότερα.
     Ο Φοίβος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι ήταν καλύτερο να έχει αυτός τον έλεγχο του εαυτού του και των συναισθημάτων του, παρά να γίνεται βορά στην κάθε ασήμαντη αφορμή και να γεμίζει, κυριολεκτικά, τον τοίχο του με καρφιά. Οι μέρες κυλούσαν και η Μάργκω έβλεπε το σχέδιο της να υλοποιείται. Ήταν τόσο χαρούμενη γι’ αυτό και οι γονείς του Φοίβου, παρόλο που τους είχε τρελάνει με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στον τοίχο ο γιος τους, έβλεπαν την διαφορά στον χαρακτήρα του.
     Τελικά, έφτασε η μέρα, όπου ο Φοίβος δεν έχασε καθόλου την ψυχραιμία του και τον έλεγχο της συμπεριφοράς του. Τότε, η Μάργκω τον συγχάρηκε και του είπε τον επόμενο στάδιο  του σχεδίου της. «Τώρα, Φοίβο μου, κάθε μέρα που θα περνάει και δεν θα εκνευρίζεσαι, και δεν θα ξεσπάς στους γύρω σου, θα βγάζεις ένα καρφί από τον τοίχο σου. «Σιγά το πράγμα» σκέφτηκε ο Φοίβος. Όμως, το βγάλσιμο του καρφιού αποδείχθηκε μερικές φορές δυσκολότερο και από το κάρφωμα του.
     Ο καιρός πέρασε, και τελικά το νεαρό αγόρι κατάφερε να βγάλει όλα τα καρφιά, που είχε καρφώσει μήνες πριν. Με μεγάλη του χαρά έτρεξε να πει τα νέα στη Μάργκω και τους γονείς του, που έπιναν τον απογευματινό τους καφέ στο σαλόνι. «Τέλος, τα κατάφερα» φώναξε γεμάτος υπερηφάνεια σε όλους. Οι γονείς του τον συγχάρηκαν και του είπαν για μία ακόμη φορά πόσο περήφανοι είναι γι’ αυτόν και πόσο τον αγαπούν. Η Μάργκω, από την άλλη , σηκώθηκε από την πολυθρόνα, τον πήρε από το χέρι και πήγαν στο δωμάτιο να δουν από κοντά τον περιβόητο τοίχο.
      «Μπράβο, λεβέντη μου, τα κατάφερες» του είπε και τον αγκάλιασε. «Θέλω να ρίξεις μια προσεκτική ματιά στον τοίχο και να μου πεις τι βλέπεις» τον παρότρυνε. «Τι να βλέπω Μαρ, τρύπες, όλο τρύπες» της είπε εκείνος.  «Τα καρφιά φεύγοντας από τον τοίχο τον γεμίσανε πληγές, όπως ακριβώς γίνεται και με τον θυμό» του λέει. «Τι εννοείς, δε σε καταλαβαίνω» απαντά το αγόρι. «Ο θυμός και οι κακή συμπεριφορά είναι ένα καρφί, η καρδιά μας είναι ο τοίχος . Ακόμη και να φύγει το καρφί, ακόμη και να κλείσει η πληγή, το σημάδι  μένει και στην δική σου την καρδιά και  στου συνανθρώπου. Γι’ αυτό κάθε φορά που θα νιώθεις ότι ξεφεύγεις και οδεύεις προς το κακό να θυμάσαι αυτό εδώ το κομμάτι του τοίχου. Και να μη ξεχνάς  ποτέ, ότι πληγές  δεν κάνουν μόνο τα σφυριά και τα μαχαίρια αλλά και τα λόγια» του απάντησε εκείνη.  Ο Φοίβος την κοίταξε με ένα βλέμμα, που φάνηκε, ότι πέρασαν μπροστά από τα μάτια του όλες εκείνες οι κακές συμπεριφορές, που είχε χαρίσει στον κόσμο.  Εκείνη τον άφησε στο δωμάτιο του σκεπτικό και αποχώρησε. Ο Φοίβος είχε κάνει ένα μεγάλο και εξαντλητικό ταξίδι, και επιτέλους έφτασε στον προορισμό του. Χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό του. Εξάλλου η ώρα του αποχωρισμού τους ήταν σχεδόν εκεί.
        Μετά από δυο μέρες, η Μάργκω θα πετούσε για την χώρα, όπου τη φιλοξενούσε καιρό τώρα. Οι διακοπές της είχαν δυστυχώς τελειώσει.  Η οικογένεια του Φοίβου θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο. «Μα που έχει πάει ο μικρός;» είπε η Μάργκω «δε θα έρθει να τον χαιρετίσω;» κοιτούσε ανήσυχη. Η μαμά του Φοίβου τον φώναξε να κατέβει να χαιρετίσει τη θεία του, γιατί αλλιώς θα αργούσαν για το αεροδρόμιο. Μετά από λίγο , εμφανίστηκε! «Μαρ αυτό είναι για σένα» της είπε και της έδωσε ένα μικρό μπουκετάκι από καρφιά δεμένο με μια κόκκινη μεταξωτή  κορδέλα. «Τι είναι αυτό αγάπη μου;» του είπε. «Είναι το βάρος που πήρες από πάνω μου, Μαρ, πάρ’ το, δεν το θέλω πια και σε ευχαριστώ για το φως που μου χάρισες απλόχερα. Ο κόσμος ήταν τόσο μουντός δίχως του» είπε ο Φοίβος και την έσφιξε τόσο δυνατά. Η Μάργκω ανταπέδωσε την αγκαλιά με ένα ζεστό φιλί. «Είμαι περήφανη για εσένα, φιλαράκο και σ’ αγαπώ πολύ!» του είπε και μπήκε στο αμάξι για το αεροδρόμιο. 
       Λίγο πριν ξεκινήσουν, εκείνη κατεβάζει το παράθυρο, γυρνάει προς το Φοίβο, οποίος φαινόταν ζορισμένος και λιγάκι χαμένος και του λέει ψιθυριστά δείχνοντάς του το μπουκετάκι με τα καρφιά «Τον τοίχο να κοιτάς και ποτέ να μην ξεχνάς...». Εκείνος της χάρισε ένα τελευταίο χαμόγελο και την άφησε να φύγει..



Σωτηρούλα Ευθυμιάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου