« ΟΣΟ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ »
Η Αγάπη είχε μεγάλη αδυναμία στον παππού της. Τον αγαπούσε πολύ. Ήταν ο ήρωας της. Πάντα σκεπτικός και αφοσιωμένος στη δουλειά του, μα όταν την έβλεπε, τα μάτια του γέμιζαν φως.
Τίποτα δε φοβόταν όταν ήταν μαζί του! Εξάλλου της μάθαινε τόσα πολλά, για τη φύση, τα ζώα αλλά και για τη ζωή την ίδια. Η παρέα μαζί του ήταν υπέροχη, έμοιαζε με ένα βιβλίο γεμάτο κεφάλαια και νέες ιστορίες δίχως τέλος.
Ο παππούς πάντα είχε μια ιστορία από τα παλιά και η Αγάπη δε χόρταινε να ταξιδεύει μέσα τους.. Μέσα από εκείνα τα ταξίδια στο παρελθόν της μάθαινε πως να φέρεται και πώς δεν πρέπει να κάνει κάποια πράγματα. Κι εκείνη τον άκουγε, τις περισσότερες φορές, μα σαν παιδί ήταν αδύνατον να ξεφύγει από τις ζαβολιές. Όμως, κι εκείνος δεν τις χαριζόταν, ήταν δίπλα της, ετοιμοπόλεμος, να τη συμβουλέψει πιο είναι το σωστό, πάντα μέσα από εκείνα τα μικρούτσικα γυαλιστερά ματάκια του κ εκείνο το μεγάλο άσπρο μουστάκι … Πόσο τον αγαπούσε. Δεν του χαλούσε χατίρι ποτέ !
Η Αγάπη δε ζούσε στο χωριό αλλά σε μια πόλη λίγο πιο μακριά. Εκεί έμενε με την οικογένεια της, εκεί πήγαινε σχολείο, εκεί ήταν οι φίλοι της. Όλα εκεί εκτός από τον αγαπημένο της παππού. Γι’ αυτό και με κάθε ευκαιρία τον επισκεπτόταν. Πού καιρός για χάσιμο; Οι ιστορίες και οι περιπέτειες δεν άφηναν το μυαλό της να ησυχάσει. Ο νους της ταξίδευε συνέχεια …
Ήρθε μια μέρα όμως, που δεν ήταν σαν τις άλλες. Από το πρωί που ξύπνησε είχε μια περίεργη διάθεση, που δεν την άφηνε να χαλαρώσει. Πήγε με τους γονείς της στο χωριό, και σκέφτηκε πως σίγουρα θα αλλάξουν όλα όταν δει τον παππού της. Μα όταν μπήκε στο σπίτι εκείνος δεν ήταν εκεί. Αιφνιδιάστηκε! Τότε οι γονείς της, την πήραν αγκαλιά και της εξήγησαν πως ο παππούς δεν θα ήταν πια κοντά τους.
Η Αγάπη έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Άλλος της είπε πως πήγε ένα μακρινό ταξίδι χωρίς επιστροφή, άλλος πως είναι ψηλά στον ουρανό.. Θεέ μου, πόσες ιστορίες άκουσε. Το μυαλό της ήταν θολό. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. «Μα πως έφυγε χωρίς να με χαιρετίσει;» σκεφτόταν η Αγάπη και όλο βυθίζονταν στη θλίψη της. «Τι θα κάνω τώρα χωρίς τον παππού;» αναρωτιόταν συνεχώς.
« Πόσο μακριά να πήγε τέλος πάντων;» αναλογίστηκε μια μέρα.. Το μυαλό της δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Την έτρωγε αυτή η απουσία. Ο νους της δε το χώραγε και καθώς ήταν πεισματάρα, μια μέρα μονολογώντας, λέει «Θα πάω να τον βρω, πάει και τελείωσε, θα ψάξω παντού»… «Θα γυρίσω Γη και Ουρανό μα θα τον βρω». Και μόλις πήρε την απόφαση το ανακοίνωσε στους γονείς της. Μόλις το άκουσαν εκείνοι αναστατώθηκαν, νόμιζαν πως η Αγάπη είχε συμφιλιωθεί με την απουσία του παππού. Παρόλα αυτά, προσπάθησαν να την ηρεμήσουν και να την κάνουν να μην σκέφτεται παράλογα.
Μάταια όμως, το κοριτσάκι ξέσπασε σε κλάματα. Άλλη μια προσπάθεια συνέτισης πήγε χαμένη, όμως, καθώς η Αγάπη είχε πάρει την απόφαση της, πήγε στο δωμάτιο της κι έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο για να φέρει τον παππού της πίσω. Δεν θα το άφηνε έτσι αυτό. Μετά από ώρες, γεμάτες από σκέψεις, δάκρυα και αγωνία η Αγάπη αποκοιμήθηκε…
Ξάφνου στον ύπνο της εμφανίζεται ένα περίεργο πλάσμα. Μια μορφή αλλόκοτη, με μια αύρα μαγική. Αρχίζει να την πλησιάζει. Εκείνη δε νιώθει φόβο, η καρδιά της έχει τόση θλίψη, όπου δεν υπάρχει χώρος για να τρυπώσει ο φόβος. Παρόλα αυτά νιώθει μια ανησυχία καθώς εκείνος κάνει κύκλους γύρω της. Τον παρακαλεί να την αφήσει ήσυχη, γιατί είναι πολύ στενοχωρημένη , μα εκείνος δε φαίνεται να πτοείται. Επιμένει και ζητάει το όνομα της… «Αγάπη..».. «Με λένε Αγάπη, εσένα;» .. «Όνειρος» λέει εκείνος . Και μετά σιωπή. Δε μιλάει κανείς. Η Αγάπη γυρίζει από την άλλη και συνεχίζει να βυθίζεται στις σκέψεις της, ώσπου τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
Εκείνος σηκώνεται και αρχίζει να χορεύει ένα περίεργο χορό τριγύρω της. «Ξέρω» της λέει, «Ξέρω γιατί κλαις» και συνεχίζει το χορό του. Η Αγάπη σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε και τότε τα δάκρυα της έφυγαν και καθώς έπεφταν στα μάγουλα της , την έκαιγαν, πιο πολύ και από τις σκέψεις της. Εκείνος γυρνούσε γύρω της , και δε μιλούσε, μόνο την κοιτούσε, και ξαφνικά της λέει «έχω τη λύση στο πρόβλημα σου, μη στενοχωριέσαι». Η Αγάπη δεν πίστευε στα αυτιά της, «Ξέρεις πώς μπορώ να βρω τον παππού μου;» του λέει και τα μάτια της για μια στιγμή γέμισαν φως.
«Δεν πρόλαβα ούτε να τον χαιρετίσω, θα με βοηθήσεις;» του λέει η Αγάπη και οι ελπίδες της όλες γύρισαν και της ζέσταναν την καρδιά. «Φυσικά» της λέει ο Όνειρος «μπορώ να σε βοηθήσω να τον βρεις και να μείνεις μαζί του αν θέλεις». Η Αγάπη πέταξε από τη χαρά της, δεν μπορούσε να πιστέψει πως η τύχη της χαμογέλασε ξανά. «Τι πρέπει να κάνω Όνειρε;» του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. «Αρκεί να μου υποσχεθείς πως δεν θα ξανά ξυπνήσεις Αγάπη, αυτό μόνο αρκεί» της είπε. «Μα πώς; Οι γονείς μου θα τρελαθούν από την αγωνία τους » είπε εκείνη γεμάτη απορία. «Μήπως δεν σου λείπει τόσο πολύ τελικά ο παππούς σου και κλαις άδικα;» της είπε ο Όνειρος κ τα μάτια του έμοιαζαν να πετούν σπίθες πονηρές. «Τι είναι αυτά που λες; Εγώ αγαπώ τόσο τον παππού μου, που και τι δεν θα έδινα για να τον ξαναδώ!» είπε εκείνη και η καρδιά της γέμιζε θάρρος. «Τότε είμαστε σύμφωνοι;» της είπε, «Ναι, είμαστε» του απάντησε εκείνη. «Κλείσε τα μάτια σου και ακολούθησε με Αγάπη, ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου.
Ο Όνειρος πηγαίνει την Αγάπη από μέρη σκοτεινά, η ατμόσφαιρα είναι υγρή και ένα αεράκι χαϊδεύει τα μαγουλά της. Παρόλα αυτά νιώθει να κυριεύεται από φόβο. Δε μιλά. Δεν του λέει τίποτα. Το μόνο που θέλει είναι να αγκαλιάσει τον παππού της. Και γι’ αυτό θα μπορούσε να αντέξει τα πάντα. Κάποια στιγμή τον ρώτησε μονάχα «Πού με πηγαίνεις Όνειρε;» και εκείνος της είπε απλά « Μη φοβάσαι». Περιπλανήθηκαν αρκετά και η Αγάπη με τα μάτια κλειστά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσμένει εκείνη τη συνάντηση που τόσο λαχταρούσε.
Ξαφνικά εκείνη η χορευτική περιπλάνηση σταμάτησε. Τότε η Αγάπη τον ρώτησε «Πού είμαστε Όνειρε;» και εκείνος της ζήτησε να ανοίξει τα μάτια της. Έτσι και έπραξε η Αγάπη. Μόλις άνοιξε τα μάτια της αντίκρισε μια μικρή, παλιά, σχεδόν εγκαταλελειμμένη θα έλεγε κανείς, ξύλινη πορτούλα. « Τι είναι εδώ» τον ρώτησε το κοριτσάκι, «Αν θες να δεις τον παππού σου χτύπα τρεις φορές και περίμενε» της είπε και διάθεση του ήταν ανάλογη της συμπεριφοράς του, περίεργη. Δίχως σκέψη η μικρή χτυπά τρεις φορές την πόρτα με όλη της την δύναμη, νομίζοντας πως πίσω από αυτήν τη μικρή πορτούλα θα βρισκόταν ο παππούς της…
Και η ξάφνου η πόρτα ανοίγει, μια αστραπιαία λάμψη τραβάει την προσοχή της Αγάπης, και γυρίζει να κοιτάξει πίσω της. Ψάχνει να βρει τον Όνειρο μα εκείνος άφαντος. Η εξαφάνιση του αυτή αρχίζει να την ανησυχεί και η απόλυτη ησυχία που επικρατεί, κάνει το κορμί της να ανατριχιάζει. Δεν ξεχνάει όμως τον σκοπό της και ξαναβρίσκει το θάρρος της. Έτσι, κάνει ένα μικρό βήμα και μπαίνει από την πόρτα στο άγνωστο.
Η Αγάπη βρέθηκε σε ένα άγνωστο τόπο, δεν της θύμιζε τίποτα, αλλά και τίποτα το οικείο δεν είχε. Μέσα από το ημίφως, σαν να διακρίνει μια μορφή να ξεπροβάλει.. «Όχι, στάσου θαρρώ είναι δυο » αναλογίστηκε καθώς οι σκιές έπαιρναν μορφή όσο την πλησίαζαν. Την κοιτάζουν από πάνω ως κάτω και δεν μιλούν. Κι Αγάπη όμως παραμένει σιωπηλή. Στέκει σοβαρή και αγέρωχη, παρόλο το μικρό της ηλικίας της. «Ποιοι είστε;» τους ρωτά κοιτώντας τους μέσα στα μάτια. «Φοβήτορας και Φάντασος στη διάθεσή σας» της απαντούν περιπαιχτικά εκείνοι.
Η Αγάπη μένει σιωπηλή. Χιλιάδες σκέψεις και συναισθήματα κατακλύζουν την ψυχή της. «Ψάχνω τον παππού μου, μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βρω;» τους ρωτά αυστηρά. Στιγμή δεν έβγαζε από το μυαλό της το στόχο της, τίποτα και κανένας δεν θα την απέτρεπε από την επίτευξη του. «Ο Όνειρος μου είπε πως εδώ, πίσω από αυτή την πόρτα, θα έβρισκα τον τρόπο» συνέχισε η Αγάπη, χωρίς να σπαταλήσει λεπτό από το χρόνο της. Ο Φοβήτορας και ο Φάντασος με μια φωνή της είπαν «Ξέρουμε ένα πέρασμα μαγικό, μα θέλει κόπο και σκοπό, θέλει αγνή ψυχή καθάρια και όχι πονηρά ανθρωπάρια. Θέλει απόλυτη υποταγή για να αφήσει τούτο το χώμα η ψυχή. Και να ανταμώσει η Αγάπη με τ’ ουρανού την άκρη.»
Η Αγάπη δεν πολυκατάλαβε τι ήθελαν να της πουν με αυτά τους τα λόγια, μα ποσώς την ενδιέφερε κιόλας. Σημασία είχε να βρει επιτέλους τον παππού της. Έτσι, κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της, φούσκωσε τα πνευμόνια της με θάρρος και δίχως να το σκεφτεί τους ακολούθησε. Περπατούσαν για ώρα, ώσπου άρχισαν να την περικυκλώνουν κάτι περίεργες μορφές. Ασώματα πλάσματα με μια αύρα οκνηρή. Καθώς την πλησίαζαν της λέγανε να μην φοβάται, και πως το μόνο που ήθελαν ήταν να γίνουν φίλοι της. Η Αγάπη όμως ήταν επιφυλακτική. Προσπαθούσε να τους κρατά σε μία απόσταση. Τη ρωτούσαν συνέχεια το όνομα της και όταν τους το είπε ξεσπάσανε σε γέλια. Δεν έδωσε σημασία καμία και ευθέως τους ρώτησε και τα δικά τους. Άλλον τον λέγανε «Αιθέρα» και άλλον «Έρεβο», άλλη την φωνάζανε «Απάτη» και άλλη «Λύσσα» … «Τι περίεργα ονόματα» σκέφτηκε η Αγάπη. Δεν τα είχε ξανακούσει ποτέ. Παρόλα αυτά σε αντίθεση με εκείνα η Αγάπη έδειξε πως της αρέσουν τα ονόματά τους κ πως μάλιστα τους ταιριάζουν απόλυτα. Εκείνα φάνηκε να ευχαριστήθηκαν από τη συμπεριφορά της και επιδόθηκαν σε ένα ξέφρενο χορό. «Αυτός ο δρόμος δε λέει να τελειώσει» σκέφτηκε η μικρή. Και ρώτησε τον όχλο που την περιτριγύριζε «Είμαστε κοντά στον παππού μου; Θέλω πολύ να τον δω» . «Υπομονή» της είπανε εκείνοι.
Μετά από πολύ περπάτημα, τελικά φτάσανε σε ένα αλλόκοτο σημείο. Έμοιαζε σαν μικρός κρατήρας ηφαιστείου. «Τι είναι εδώ;» αναρωτήθηκε η Αγάπη. «Κοίτα μέσα» της λέει η Απάτη. «Εμπρός, λοιπόν, κοίτα, να δεις αυτό που τόσο λαχταράς» της φώναξε η Λύσσα. « Σκύψε και δες, αυτό που θες, αυτό που ονειρεύτηκες» της λέει ο Έρεβος. Η Αγάπη δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι τα κατάφερε, ότι επιτέλους θα ξανάβλεπε τον παππούλη της, που τόσο αγαπούσε και δίχως δεύτερη σκέψη σκύβει στην τρύπα…
Τότε ο Αιθέρας με μια βιαστική κίνηση την ρίχνει μέσα. Η Αγάπη τα έχασε! Δεν περίμενε με τίποτα να συμβεί κάτι τέτοιο. Ούτε φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της, για να ζητήσει βοήθεια. Κι όλο έπεφτε σε μια δύνη χωρίς τέλος. Κι εκείνοι που της λέγανε πως ήταν φίλοι της, τώρα την περιγελούσαν και τα γέλια και οι τσιρίδες τους ακουγόταν όσο έπεφτε. Ξάφνου, να σου και οι άλλοι ξωπίσω της, την κυνηγούν κι όλο γελούν κ διαρκώς κραυγάζουν. Περιπαίζουν τον πόνο της και της φωνάζουν πως δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδεί όχι μόνο τον παππού της αλλά και τους γονείς της. Η Αγάπη καθώς πέφτει με έναν αέναο ρυθμό, σκέφτεται πως δε μπορεί να πέρασε όλα αυτά για το τίποτα και δεν το βάζει κάτω. Το μυαλό της γεμίζει με χαρούμενες στιγμές με την οικογένεια της και η καρδιά της κοντεύει να σπάει.
Ρίχνεται στη μάχη, λοιπόν. Όλοι εναντίον ενός, με μόνο σύμμαχο την θέληση της να ξαναδεί τον παππού της. Ο φόβος έχει αρχίσει να την κυριεύει όμως. Εκείνα τα πλάσματα δεν την αφήνουν στιγμή να ανασάνει. Η Αγάπη δεν το βάζει κάτω, παλεύει σαν σωστό παλικάρι. Έχει αρχίσει να φοβάται όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά πως έκανε όλη αυτή την θυσία άδικα και ότι δεν θα ξαναδεί ούτε την οικογένεια της μα ούτε τον πολυαγαπημένο της παππού. Κι αυτό την στενοχωρεί τόσο που τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα και ένας αναστεναγμός βγαίνει από τα βάθη της καρδιά της.
Αναπάντεχα μέσα στο σκοτάδι και την πτώση εμφανίζεται μια αχτίδα φωτός. Μια λάμψη που όμοιά της δεν ξανάδε. Ένα φως που όσο την πλησίαζε τόσο πιο δυνατό και πιο ζεστό γινόταν, θαρρείς και ήταν γνώριμο. Η Αγάπη ήταν τόσο κουρασμένη από τον συνεχή αγώνα της για την επιβίωση, όπου άρχισε το σώμα της να την προδίδει. Η κούραση της ήταν τόση που και οι αισθήσεις της, ακόμη, είχαν αρχίσει να την εγκαταλείπουν. Κι όσο κ αν πάλεψε όσο κι αν προσπάθησε να αντισταθεί σ’ αυτήν την πτώση και το σκοτάδι, πλέον φάνταζε αδύνατη η νίκη….
Και εκεί που νόμιζε πως θα την κατάπινε αυτή η δύνη με το αδιάλειπτο σκοτάδι της, βλέπει την αχτίδα να παίρνει μορφή και να σαρώνει όλα τα πλάσματα τριγύρω της. Είναι λίγο πριν αφεθεί τελείως στην τύχη της… όταν η φωτεινή αυτή μορφή στέκει δίπλα της. Δεν το πιστεύει, θεωρεί πως κάποια πλάνη θα είναι πάλι, κάποιο αποκύημα της φαντασίας της. Και το μόνο που προλαβαίνει να πει πριν κλείσουν τα μάτια της είναι «Παππού..;» ….
Εκείνος την άρπαξε με τα μεγάλα του χέρια και την έκρυψε στην αγκαλιά του. Παλεύοντας με νύχια κ με δόντια κατάφερε να την πάρει από εκείνο το μέρος, που τίποτα το ανθρώπινο δεν είχε. Μετά από λίγο, η Αγάπη άνοιξε τα μάτια της. Δεν το πίστευε ότι τον είχε βρει. Θεέ μου, ήταν τόσο ευτυχισμένη, που τα ματάκια της έμοιαζαν με ολοφώτεινα αστέρια.
«Παππού, σε βρήκα επιτέλους.» του είπε το κοριτσάκι και τον αγκάλιασε με όση δύναμη της είχε απομείνει. «Πάμε σπίτι μας…» ψιθύρισε καθώς κούρνιασε στην αγκαλιά του. Εκείνος την κοίταξε με εκείνα τα μάτια του, που τόσο την ηρεμούσαν πάντα και είπε «Αγάπη, αυτό είναι ένα ταξίδι, που πρέπει να κάνω μόνος, δεν μπορώ να σε πάρω μαζί μου.» και έσφιξε τα δυο του χείλη που κρύβονταν δειλά κάτω από το φουντωτό του μουστάκι. Η Αγάπη τα έχασε. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις άκουσε. «Μα» του είπε και τα μάτια της βούρκωσαν για μια ακόμη φορά… «Μα εγώ έκανα τόσο δρόμο παππού για να σε βρω» ψέλλισε γεμάτη θλίψη.
«Παππού, γιατί έφυγες; Εγώ σ’ αγαπώ. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα» είπε με μια ανάσα η Αγάπη. «Κι εγώ σ’ αγαπώ πριγκηπέσα μου και θα σ’ αγαπώ, όπου κι αν βρίσκομαι» της είπε και την αγκάλιασε με εκείνα τα χέρια του που ότι έσπαγε μέσα της το κολλούσαν. «Θα μείνω μαζί σου, δε γυρίζω πίσω.» του λέει πεισματικά η Αγάπη. Εκείνος δε μιλά, παρά μόνο την ακούει σιωπηλός και την αφήνει να καταλάβει πως αυτό δε μπορεί να συμβεί. «Τι θα απογίνω χωρίς εσένα βρε παππού; Με ρωτάς;» του είπε κλαίγοντας και αναγνωρίζοντας ότι εκείνος δε θα άλλαζε τη γνώμη του.
«Εγώ και εσύ, όσο το θες, δεν θα αποχωριστούμε ποτέ!» της είπε. «Μα πώς; Αφού είπες πως δεν θα έρθεις μαζί μου κι ούτε με θέλεις να μείνω μαζί σου..;» απάντησε γεμάτη παράπονο και απορία η Αγάπη. «Όσο με θυμάσαι και όσο μ’ αγαπάς εγώ θα είμαι εκεί, δίπλα σου, πάντα, στα καλά και στα κακά. Δεν θα σε αφήσω μόνη ποτέ.» είπε ο παππούς. Η Αγάπη χαμογέλασε και φάνηκε κάπως σκεπτική. «Έτσι είναι, μικρή μου, όπως τα λέω» συνέχισε ο παππούς. «Το υπόσχεσαι;» του ‘πε κοιτώντας τον στα μάτια. «Το υπόσχομαι Αγάπη μου… αρκεί να με θυμάσαι και να με αγαπάς» της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του τόσο δυνατά, που η Αγάπη αφέθηκε και αποκοιμήθηκε.
Όταν άνοιξε τα μάτια της η Αγάπη ήταν ήδη στο δωμάτιο της. Σώα και αβλαβής. Μα τώρα πια ήτανε ήρεμη και δυνατή. Η πόρτα άνοιξε, ήταν η μαμά της. Την κοίταξε με όλη την αγάπη του κόσμου τούτου και εκείνη της χαμογέλασε. Την πλησίασε και της έδωσε ένα φιλί… «Όλα καλά Αγάπη μου;» την ρώτησε… «Όσο μ’ αγαπάς και με θυμάσαι, όλα καλά…» της απάντησε!
Σωτηρούλα Ευθυμιάδου
22 / 1 / 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου